“Καλημέρα”, είπα ήσυχα.…
Γύρισε το κεφάλι της προς την κατεύθυνση μου. Τα μάτια της ήταν θολά, κουρασμένα. Δεν με αναγνώρισε. Ωστόσο, από πού το πήρε;
“Είχα ένα παράξενο όνειρο”, ψιθύρισε. – Ονειρευόμουν ότι ο γιος μου ήρθε σε μένα… Δεν ξέρω γιατί. Πιθανώς λόγω των φαρμάκων.
Ένιωσα το λαιμό μου να συστέλλεται.
– Έχεις παιδιά; Ρώτησα, παρόλο που ήξερα την απάντηση.
Κοίταξε έξω από το παράθυρο.
– Μη. Ή ίσως… Δεν ξέρω αν έχει σημασία πια. Ήταν πολύ καιρό πριν. Δεν τον κοίταξα καν. Υπέγραψα και … φύγει. Το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου.
Υπήρχε σιωπή. Πυκνό και βαρύ.
– γιατί; Ρώτησα με μια μόλις ακουστική φωνή.
Δίστασε. Και μετά σε ένα ψίθυρο:
“Ήμουν δεκαεννέα. Οι γονείς μου είπαν ότι αν δεν το έδινα πίσω, θα με έδιωχναν από το σπίτι. Ο πατέρας του παιδιού είχε εξαφανιστεί. Δεν είχα κανέναν, ούτε χρήματα. Νόμιζα ότι αν έφευγα, θα ήταν καλύτερα. Και οι δυο μας. Αλλά δεν υπήρχε.
Σταμάτησε να μιλάει. Και μετά πρόσθεσε ακόμα πιο ήσυχα:
– Υπάρχουν λάθη που δεν μπορούν να διορθωθούν. Μπορούν να φορεθούν μόνο. Όλη μου τη ζωή.
Δεν ανέπνεα. Η ίδια η ύπαρξή μου ήταν οδυνηρή.
Έβαλα την κάρτα της στο κομοδίνο.
– Με λένε Ντέιβιντ. Γεννήθηκα στις 16 Φεβρουαρίου 1993. Στο νοσοκομείο που σκέφτεσαι.
Υπάρχει μόνο μία εγκυμοσύνη στην κάρτα. Μία γέννηση. Μια παραίτηση.
Είμαι αυτό το παιδί.
Πάγωσε.
Η σιωπή ήταν τόσο βαθιά που μπορούσα να ακούσω τον δικό μου καρδιακό παλμό.
Άνοιξε το στόμα της και μετά το έκλεισε. Ένα δάκρυ έτρεξε στο μάγουλό της.
– Μια … αδύνατο… “Τι είναι;” ψιθύρισε. “Εσύ.”.. Είσαι πραγματικά εσύ;
Έγνεψα καταφατικά.
“Δεν ήρθα να σε κρίνω.
Ήρθα γιατί όλη μου τη ζωή δεν μπορούσα να ζήσω με το ερώτημα γιατί.
Τώρα ξέρω.
Σηκώθηκα. Έκανα ένα βήμα προς την πόρτα.
“Δαβίδ.”.. Περιμένετε.…
Γύρισα.
– Θα σε βοηθήσω ως γιατρός. Το επάγγελμα μου το απαιτεί.
Αλλά όλα πέρα από αυτό είναι μια επιλογή.
Δική σου επιλογή. Και ίσως και το δικό μου.
Έφυγα.
Η γυναίκα που με έδωσε κάποτε έμεινε πίσω από την πόρτα.
Μπροστά μου στεκόταν ένας άντρας που μόλις είχε βρει τον εαυτό του.

